Η καμένη Λαμπρή

75565655_2448349525427322_4439814638560870400_n.jpg
Image1.jpg

 

Ιωάννης Μιχαλάκης

April 9 · 2015

 

Εκείνα τα χρόνια, η Λαμπρή αργούσε να ρθει στα χωριά μας. Για όλους τους χωριανούς, μα πιο πολύ για τα παιδιά, που όλο μπλέκαμε μέσα στις φούστες των μανάδων μας και τις ρωτούσαμε:
«Πού να ναι τώρα η Λαμπρή»;
«Στη Βολισσό», μου αποκρίνονταν η μάνα μου».
«Και πότε θα φτάσει στο χωριό»;
Η απάντηση συνήθως δεν μας ικανοποιούσε. Στραβώναμε τη μούρη μας λοιπόν και συνεχίζαμε τις ερωτήσεις.
«Γιατί αργεί τόσο πολύ; Γιατί δεν τρέχει γρηγορότερα»;
Γιατί είναι κουτσή. Δεν πρόσεξες ότι έχει ένα μόνο πουδάρι»; 
Και πράγματι, η στρογγυλή εικόνα της Ανάστασης με το λουλουδένιο στεφάνι γύρω γύρω, είχε ένα «πόδι» μόνο, από το οποίο την κρατούσαμε.
Όσο περνούσαν οι μέρες, τόσο η Λαμπρή έφτανε κοντύτερα στο χωριό μας και τόσο αύξανε η αγωνία, κυρίως όμως η λαιμαργία μας.
Γεννημένοι και μεγαλωμένοι μέσα στην πείνα και την ανέχεια της κατοχής, τα παιδιά της ηλικίας μου, αχόρταστα ακόμη από ψωμί, περιμέναμε τη Λαμπρή «να πασχάσουμε» με κόκκινα αυγά, κουλουράκια και προπάντων μ εκείνη την αξέχαστη πασχαλινή σούπα αυγολέμονο.
Η μητέρα μου, ως θρησκευόμενη, αλλά και επειδή «νηστεύει ο δούλος του θεού που δεν έχει να φάει», κρατούσε γερά την παράδοση, επέμενε πως έπρεπε κι εμείς τα παιδιά να νηστεύουμε το ίδιο αυστηρά με τους μεγάλους.
«Η νηστεία» μας έλεγε, ανοίγει με το τελευταίο αυγό που τρώμε τη Κυριακή της Τυροφάγου, και κλείνει το Πάσχα με το κόκκινο αυγό που επιτρέπεται να φάμε, αφού τελειώσει η αναστάσιμη ακολουθία και μεταλάβουμε Σώμα Χριστού. Τα ενδεχόμενα ενδιάμεσα μουρδαρέματα είναι για τους κοιλιόδουλους που θα τιμωρηθούν μετά θάνατον». Κι εμείς που δεν είχαμε στον ήλιο μοίρα και αρκετό ψωμί για να χορτάσουμε στη γη, θα έπρεπε να φροντίζουμε για τη σωτηρία της ψυχής μας και για την άλλη, τη χωρίς ανάγκες υλικών αγαθών ζωή μας.
Πρόκληση αληθινή για την αχόρταστη παιδική βουλιμία μας οι μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας. Σ όποιο σπίτι του χωριού και να έμπαινες, όποιο στενό και να διάβαινες, η μύτη σου «έσπαγε» από μυρωδιές φρεσκοψημένων ψωμιών και γλυκών. Οι φούρνοι του χωριού δούλευαν συνεχώς, βγάζοντας λαχταριστές πίτες, «κολίκια» και «κούτσες» με το κόκκινο αυγό στην μέση, σαν τεράστιο μάτι, που προκαλούσε και κοροΐδευε την πείνα μας. 

Η πιο όμορφη μέρα της Μεγαλοβδομάδας ήταν για τα παιδιά η Μεγάλη Πέμπτη. Ελεύθερα από τη σκοτούρα του σχολείου, ελεύθερα από τα «χουσμέτια» του σπιτιού, πηγαίναμε να βοηθήσουμε στη γενική καθαριότητα της χωριοκκλησιάς μας. Όλα τα παλικάρια και οι κοπέλες του χωριού μαζεύονταν από πολύ πρωί και άρχιζαν την ομαδική δουλειά, ανάμεσα σε πειράγματα και αστεία.
Έβγαζαν στον αυλόγυρο τις εικόνες και τα άλλα σκεύη, σφουγγάριζαν το πάτωμα και τα στασίδια, τρίβανε με «μπράσο» τα μανουάλια και τα άλλα μπρούτζινα σκεύη, κατέβαζαν ακόμη και τον μεγάλο κρυστάλλινο πολυέλαιο που στόλιζε το κέντρο της εκκλησίας, για να τον πλύνουν. 
Καμιά φορά, ένα μικρό κρυσταλλάκι έφευγε από τη θέση του κι έπεφτε στο πάτωμα. Και τότε γινόταν μια αληθινή μάχη του παιδόκοσμου, ποιος θα το πρωτοπάρει και ποιος θα πρωτοθαυμάσει τους ιριδισμούς του ανοιξιάτικου ήλιου που δημιουργούσαν τα θαυμαστά εκείνα γυαλάκια.
Μετά, έπρεπε να τρέξουμε να βρούμε λουλούδια. Μαρτοπούλουδα, όπως λέγαμε τις μαργαρίτες, να κόψουμε τα κεφάλια τους να τα περάσουμε σε «ρέστες» να φτιάξουν τα κορίτσια στεφάνια, να στολίσουν τον Επιτάφιο.
Αξέχαστες στιγμές, αξέχαστων χρόνων!
Κατάκοποι το βράδυ, μετρούσαμε τα δώδεκα κεριά που ο παπά Βασίλης είχε ανάψει στο αναλόγιο που ακουμπούσε το Ευαγγέλιο. Μόλις τέλειωνε την ανάγνωση ενός ευαγγελίου, έσβηνε και ένα κερί. Αγωνία πότε θα φτάσει στη μέση, να βγει ο Εσταυρωμένος και να ψάλλουμε μαζί με τους ψαλτάδες το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου». 
Την άλλη μέρα, Μεγάλη Παρασκευή, νηστεύαμε ακόμη και το ψωμί. Ωστόσο δε χάναμε το κέφι μας. Μαζί με τους άλλους χωριανούς κάναμε μικρές ομάδες από 3-4 άτομα, στεκόμαστε γύρω από τον Επιτάφιο και ψάλλαμε τα Εγκώμια, παραβγαίνοντας ποιος θα φωνάξει πιο δυνατά. Κι όταν τέλειωνε η Τρίτη στάση, παρατούσαμε τον Επιτάφιο και τρέχαμε στις γειτονιές μας να φροντίσουμε τις φωτιές. 
Από νωρίς είχαμε φροντίσει να έχουμε μαζέψει «γομάρια» από ξερούς σπάρτους και άλλα φτενόξυλα, να τα σωριάσουμε και όταν η πομπή του Επιταφίου πλησίαζε να τους βάλουμε φωτιά. Κάθε γειτονιά φιλοδοξούσε να παρουσιάσει την πιο μεγάλη και εντυπωσιακή φωτιά σε βάρος βέβαια των οικογενειακών «σελλίδων».
Η γειτονιά μας ήταν προνομιακή στον τομέα αυτό. Η λιτανεία του Επιταφίου γινόταν κοντά στο σπίτι του θείου Γιάννη του Κατσαρού, που ήταν μόνο του, δεν υπήρχε κίνδυνος να πιάσει φωτιά κάποιο σπίτι, μπορούσαμε να βάλουμε όσα «γομάρια» είχαμε καταφέρει να πάρουμε. Πρωταγωνιστής στον τομέα αυτό, ο Ανδρέας του Μανώλη και μοναδική «σελλίδα» από την οποία δεν αφαιρούσαμε ξύλα του Δημήτρη του Αυγερινού. Τις «επικίνδυνες» ώρες, καθόταν εκεί και την προστάτευε παρέα με το κυνηγετικό του όπλο….
Μια ακόμη μεγαλοβδομαδιάτικη ατραξιόν ήταν το σφάξιμο των ζώων. 
Οι ευκαιριακοί χασάπηδες του χωριού μας, ο Μανώλης ο Χριστοφάκης, ο Γιάννης ο Τσούβαλος και ο Βασίλης ο Κατσαρός, είχαν φροντίσει να έχουν από μία κατσίκα ο καθένας τις οποίες έσφαζαν το Μέγα Σάββατο.
Τα παιδιά όλο μέσα στα πόδια τους μπλέκαμε. Παρακολουθούσαμε με σαδιστικό ενδιαφέρον τη σφαγή, το φούσκωμα και κυρίως το άνοιγμα της κοιλιάς. Ένας άγνωστος κόσμος, ο κόσμος του κορμιού μας πρόβαλε μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας. Έτσι μαθαίναμε πως η καρδιά δεν είχε το σχήμα που της έδιναν ευφάνταστοι σκιτσογράφοι και παραφυλάγαμε πότε θα φύγει για λίγο ο χασάπης, για να φυσήξουμε στο λάρυγγα και να δούμε το θαύμα της αναπνοής. 
Πέρα από τον παιδαγωγικό χαρακτήρα, το χασαπιό, είχε και τη ρεαλιστική του πλευρά. Μετά από 40 μέρες νηστείας, το πασχαλινό τραπέζι ετοιμαζόταν πλουσιοπάροχο. Οι πατεράδες είχαν δώσει τις παραγγελίες τους στους χασάπηδες, κι εμείς περιμέναμε να μας κόψουν το οικογενειακό κομμάτι, να το τυλίξουν στο χοντρό στρατσόχαρτο και περιχαρείς να το μεταφέρουμε στα οικογενειακά ντουλάπια.

Εκείνη τη χρονιά η Λαμπρή αργούσε να ρθει στο χωριό μας, ακόμη περισσότερ&om