top of page

Η ΠΑΡΠΑΡΙΑ ΠΡΙΝ ΑΠΟ 112 ΧΡΟΝΙΑ!

Ενα κείμενο το οποίο αναφέρεται στη λαογραφία της Παρπαριάς γραμμένο πριν από 112 χρόνια, 

Το κείμενο, που δίνει κατά κάποιο τρόπο την «ταυτότητα» της Παρπαριάς εκείνη την εποχή έγραψε ο Κ. Ν. Παπάδης, που υπηρετούσε ως δάσκαλος στην Παρπαριά πριν από 112 χρόνια.

ENTYΠΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΠΑΡΙΑ

 

Θέση τού χωριού.

Χαρακτήρας και τρόπος ζωής τών κατοίκων. Γεωργικός βίος.

Ευπείθεια στις Αρχές τού τόπου.

Γάμοι-Βαφτίσεις-Κηδείες

Σχολείο Παρπαριάς 1912

Δασκαλος Κ.Σκανδάλης

Pic. By Angie Kalamotousakis

Η Παρπαριά απέχει δυό ώρες περίπου από τη Βολισσό και βρίσκεται στα Β.Δ. τής Βολισσού. Είναι χτισμένη σε ψηλή και ωραία τοποθεσία, από την οποία φαίνεται ολόκληρη η δυτική Χίος.

 

Κάτω από την Παρπαριά βρίσκεται η «ολόμαυρη ράχη τών Ψαρών», κι απέναντι τα μολυβδόχρωμα βουνά τής Εύβοιας, και πιο κάτω τής Άνδρου και της Τήνου. Αριθμεί το χωριό περίπου 100 οικογένειες και κατέχει γη καλλιεργημένη και καλλιεργήσιμη πολλή. Ήταν, πριν από χρόνια, μετά τη Βολισσό το πλουσιότερο από τα Πανώχωρα.

Αλλά, εδώ και πάνω από τριάντα χρόνια, το χωριό μαστίζεται και εξαντλείται από το πρόβλημα τού οροπεδίου τής Αμανής, το οποίο είναι αντικείμενο αμφισβήτησης ανάμεσα σε τρία – τέσσερα χωριά τής περιοχής που ξόδεψαν ως τώρα αμέτρητα ποσά σε επίμονες και συνεχιζόμενες δίκες. Μόνο η Παρπαριά ξόδεψε μέχρι τώρα 1200 λίρες.

 

Διαβάστε περισσότερα για μοίρασμα της Αμανής. Eγραψε ο κ.Γιάννης Μιχαλάκης

 

Παρόλα αυτά, αν και ξέπεσε και δυστύχησε το χωριό, αν καλλιεργηθούν και αναπτυχθούν οι φυσικές αρετές τών χωρικών, πολλά καλά απ’ αυτούς τούς ανθρώπους μπορούμε να περιμένομε. Και σ’ αυτό το σημείο οφείλομε να εξάρομε το έργο τών Χιακών Αδελφοτήτων τής Αιγύπτου, οι οποίες καταβάλλοντας μέριμνα να αποστέλλουν στα Πανώχωρα δασκάλους ικανούς, άξιους τής αποστολής και του ονόματός τους, θα μπορούν στο μέλλον να καυχιούνται πως συντέλεσαν και οι ίδιες στην αναγέννηση τών χωριών τους.

 

Διότι – και τούτο είναι πολύ ενθαρρυντικό – οι χωρικοί όσο δύσκολοι είναι στην αρχή να δεχτούν το φως τών γραμμάτων που τους προσφέρεται, τόσο αργότερα, καθώς με τον καιρό ανοίγουν οι ορίζοντές τους και νιώθουν την ευχαρίστηση τής γνώσης, ενθουσιάζονται και είναι πρόθυμοι να κάνουν οτιδήποτε για την πρόοδο τού Σχολείου τους. Το Σχολείο γίνεται γι’ αυτούς το καύχημα τού χωριού τους και φιλοτιμούνται πώς να το ευπρεπίσουν περισσότερο.

 

Στην παρούσα μελέτη μου θα καταγράψω με τη μεγαλύτερη πιστότητα και ακρίβεια τις διάφορες εντυπώσεις που μέχρι σήμερα αποκόμισα από την Παρπαριά, και προπάντων εκείνες που έχουν σχέση με την ευπείθεια τών κατοίκων στις Αρχές τού χωριού, εκείνες που σχετίζονται με τις γεωργικές τους δραστηριότητες, με το χαρακτήρα τους, και με τις τελετουργίες τού γάμου, της βάφτισης και της κηδείας.

 

 

Πρώτα πρώτα, άριστη εντύπωση προξενεί στον επισκέπτη τού χωριού η πειθαρχία και υπακοή τών κατοίκων στις Αρχές καθώς και η δυνατότητα τών Αρχών να επιβάλλονται στους κατοίκους. Οτιδήποτε έχει σχέση – έστω και την ελάχιστη – με ζητήματα κοινοτικά πραγματοποιείται πάντοτε με τη συγκατάθεση, συναίνεση και έγκριση τών δημογερόντων, επιτρόπων και εφόρων, μεταξύ των οποίων, κατά την παρούσα τουλάχιστον χρονιά, επικρατεί αγαστή σύμπνοια.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σχολείο Παρπαριάς 1912, Δασκαλος Κ.Σκανδάλης, By Angie Kalamotousakis

Οι γέροντες θα κηρύξουν την έναρξη τής σποράς, αφού προηγουμένως προειδοποιήσουν κατάλληλα, θα ορίσουν τη μέρα κατά την οποία θα ανέβουν στην Αμανή (η οποία είναι γη κοινή) για να σπείρουν, και κατά την οποία όλο το χωριό (μικροί, μεγάλοι, άντρες, γυναίκες) βρίσκονται από τα μεσάνυχτα επί ποδός: πολλοί ούτε καν κοιμούνται κατά τη νύκτα εκείνη, αλλά τρέχουν βιαστικά με τα φαναράκια τους να ανέβουν το βουνό, για να είναι όσο γίνεται πιο κοντά στα χωράφια, την ώρα που θα  δοθεί το σύνθημα τής εφόδου. Το πρώτο χωράφι που θα σπείρουν είναι αυτό τής Εκκλησίας, και σ’ αυτό είναι υποχρεωμένοι όλοι να εργαστούν.

Και φαντασθείτε πόσο ωραίο θέαμα είναι να βλέπει κανείς πριν ακόμα ανατείλει ο ήλιος εξήντα ή εβδομήντα ζεύγη βοδιών να οργώνουν όλα μαζί στον ίδιο τόπο. Και 200 ή 250 ανθρώπους, μικρούς και μεγάλους, να εργάζονται όλοι μαζί, άλλος σπέρνοντας, άλλος ζευγαρίζοντας, άλλος τσαπίζοντας κι άλλος καθαρίζοντας τις πλαγιές τού βουνού από τα κλαδιά και τα κάθε είδους ξερά χόρτα, με διάθεση, με όρεξη, με ζωντάνια αξιοζήλευτη. Αυτή η εργασία, που γίνεται υπέρ τής Εκκλησιάς, μέσα σε μισή – το πολύ μια – ώρα είναι τελειωμένη. Αυτό που επακολουθεί είναι κάτι το απερίγραπτο!

Με μια λέξη, σκοτώνονται και αλληλοσπρώχνονται ποιος να προφτάσει πρώτος να πιάσει τα καλύτερα χωράφια. Μόλις φτάσουν στο μέρος που ο καθένας πρόλαβε, χωρίς καθόλου να ξεκουραστούν, ζεύουν αμέσως τα ζώα κι αρχίζουν το όργωμα. Όσο κρατά το όργωμα, πολλά κωμικοτραγικά συμβαίνουν: επειδή όσο κομμάτι χωραφιού προλάβει κάποιος εκείνη τη μέρα να οργώσει γύρω γύρω και μετά σταυρωτά, με δυό τρεις αλετριές στη μέση, θεωρείται δικό του και θα μπορεί αργότερα με την ησυχία του να το σπείρει, και επειδή συναγωνίζονται τίνος το χωράφι θα ’ναι το πιο μεγάλο και το πιο καλό, γι’ αυτό το λόγο πολλές φορές οι αλετριές τού ενός πατάνε μέσα στις αλετριές τού αλλονού. Έτσι δημιουργούνται καυγάδες και παρεξηγήσεις, των οποίων το αποτέλεσμα είναι μερικά σπασμένα κεφάλια κατά το απόγεμα..  

Αλλά επιστρέφω εκεί απ’ όπου έφυγα: έλεγα προηγουμένως ότι οι γέροντες θα κηρύξουν την έναρξη τής σποράς, αυτοί θα υποδείξουν πότε θα γίνει η ανάβαση στην Αμανή, αυτοί θα πουν πότε επιτρέπεται να μαζέψουν οι γεωργοί χόρτα για τα ζώα τους, πότε θα αρχίσει ο θερισμός, πόσα ζώα (σωθρόφια) δικαιούται να έχει ο κάθε πάροικος, πού πρέπει αυτά να βόσκουν (μακριά από το χώρο σποράς).

 

Οι γέροντες ορίζουν τα πρόστιμα, τις αποζημιώσεις που θα καταβάλλει αυτός που ζήμιωσε σ’ αυτόν που ζημιώθηκε, ύστερα από επίσημη εκτίμηση τής ζημιάς. Ακόμα, μοιράζουν δίκαια τούς διάφορους φόρους, και με δυό λόγια αυτοί είναι το παν. Όλα τα παραπάνω, αφού αποφασισθούν, γνωστοποιούνται στους κατοίκους με διαλαλητές (ντελάληδες).

 

Οι ανακοινώσεις αυτές τών ντελάληδων, για όσους δεν είναι άμεσα ενδιαφερόμενοι, είναι πολύ διασκεδαστικές. Ανεβαίνει κάποιος με βροντερή φωνή στη στέγη ενός σπιτιού που βρίσκεται απέναντι από το χωριό. Τοποθετεί τις δυό παλάμες του γύρω από το στόμα, για να μη διασκορπίζεται η πολύτιμη φωνή του, και διαλαλεί κατ’ εντολήν τών δημογερόντων που στέκονται χαμηλότερα απ’ αυτόν τη διαταγή ή τη γνωστοποίηση ή οτιδήποτε άλλο, αρχίζοντας πάντα με τη στερεότυπη φράση «Προσταγή από τοις γέροντες και από τοις αντζάδες, και να μη κάμετε τούτο ή εκείνο…γιατί όποιος το κάμη θα πληρώση ένα μετζήτι πρόστιμο». Στο τέλος συμπληρώνει «να κάμουσιν εκείνο πούπε και να μην αξεργαστή κανείς και δεν το κάμη γιατί κ.τλ. Ακούτεν παροίκοι;».

 

Οι ανακοινώσεις αυτές γίνονται πρωί πρωί είτε τη νύκτα μετά τον εσπερινό, οπότε επακολουθούν και μακρά σχόλια. Διότι οι ακούραστοι αυτοί άνθρωποι μετά την εργασία τής μέρας και τον εσπερινό μένουν ξάγρυπνοι συνήθως μέχρι τα μεσάνυχτα. Αυτή η ώρα είναι, ιδίως το χειμώνα, η ωραιότερη και πιο επιθυμητή ώρα απ’ όλες τις ώρες τού εικοσιτετραώρου.

Τα μεσάνυχτα γίνονται οι περισσότερες εργασίες τών χωρικών. Συναντώνται οι Αρχές τού τόπου, συζητούνται διάφορες υποθέσεις, λαμβάνονται αποφάσεις, γίνονται οι επισκέψεις από το ένα σπίτι στο άλλο. Φυσικά όλα τα σπίτια τού χωριού είναι ανοιχτά σε όλους. Γύρω στα μεσάνυχτα περίπου κοιμούνται όλοι.
Την επόμενη, πρωί πρωί, πολύ πριν την ανατολή τού ήλιου, ξυπνούν και τραβούν όλοι για τις δουλειές τους. Κατά την ώρα εκείνη, το χωριό παρουσιάζει εξαιρετικό θέαμα. Κίνηση παντού και βιασύνη ασυνήθιστη. Άνθρωποι, πρόβατα, αίγες, βόδια, γαϊδούρια, μουλάρια, χοίροι, και τα υπόλοιπα κατοικίδια ζώα όλα μαζί φωνάζουν σαν χορωδία και αποτελούν μια περίεργη συναυλία.

 

Βαθμηδόν το χωριό αδειάζει, και οι άνθρωποι κουβαλώντας ο καθένας μαζί του τα ζώα του, 5 έως 10 τον αριθμό, διασκορπίζονται προς όλες τις κατευθύνσεις και κατευθύνονται στα χωράφια τους.Ύστερα από 2 ή 3 ώρες απόλυτη ησυχία! Νεκρική σιγή επικρατεί στο χωριό και ψυχή πουθενά δεν φαίνεται. Οι πόρτες κλειστές, τα παράθυρα κλειστά, το χωριό έρημο. Μόνο οι μαθητές, λίγοι γέροντες και γριές, απόμαχοι τής ζωής, και μερικές νεότερες γυναίκες αναγκάζονται να μείνουν στο χωριό.

Ευτυχώς η εσπέρα δεν αργεί, η οποία μαζί με το λυκόφως ξαναφέρνει τη ζωή και την κίνηση στο χωριό, ιδίως κατά τη λαμπρή εποχή τής άνοιξης. Τότε, την άνοιξη, γεμάτοι χαρά και ευθυμία επιστρέφουν όλοι απ’ τα χωράφια τους και γεμίζουν τον αέρα με τα γλυκά τραγούδια τους, που καθώς ενώνονται με τα χαρούμενα γέλια τών εύθυμων και γεμάτων ζωντάνια κοριτσιών και το κελάηδημα τών αηδονιών και των άλλων πουλιών τής λαγκαδιάς που αντιλαλεί, αποτελούν κάτι το ονειρικό, κάτι που προσφέρει όλη την τέρψη και τη μαγεία τής όμορφης αγροτικής ζωής.

Οι Παρπαρούσοι είναι ανεξάντλητοι σε παροιμίες, αφηγήσεις, ευφυολογίες και σκώμματα εγχώριας προέλευσης. Ετοιμόλογοι με ερωτήσεις, απαντήσεις και επίκαιρες πολλές φορές παρατηρήσεις, προκαλούν πράγματι το θαυμασμό σ’ όποιον τούς συναντά.

 

Η φιλομάθεια και περιέργειά τους είναι αξιοσημείωτες. Όλα τούς ενδιαφέρουν και για τα πάντα θέλουν να ξέρουν: «Τι γίνονται τα πολιτικά, τι είπεν η Ρουσία τής Αυστρίας, τι είπαν τού Τούρκου για τοις στρατιώτες, τι εγύρεψεν ο Πατριάρχης;» και τα παρόμοια.

 

Κάποιες φορές επαναλαμβάνουν και τερατώδεις φήμες, που οι ίδιοι συνήθως τις γεννούν, και στις οποίες για να προσθέσουν μεγαλύτερο κύρος λένε «τώπε και ο δάσκαλος που το διάβασε στες εφημερίδες». Έτσι βρίσκει κυριολεκτικά το μπελά του ο δυστυχής δάσκαλος που αναγκάζεται πολλές φορές να διαψεύδει το ίδιο πράγμα σε διάφορα πρόσωπα που ζητούν στο δάσκαλο επιβεβαίωση ή διάψευση σχετικά με την αλήθεια του. –«Δάσκαλε, είπες εσύ το και το;». –«Όχι χριστιανέ μου, δεν έχω είδηση, ποιος σού τώπε;». –«Να ήκουσά το». –«Μη χειρότερα».

 

Δείχνουν μεγάλο ενδιαφέρον για τη λειτουργία τού Σύμπαντος. «Τι είναι ο ήλιος, τι είνε το φεγγάρι, πώς σχηματίζονται οι φάσεις του, τι είνε τα άστρα που τρέχουν, γιατί φυσούν οι άνεμοι, πώς βρέχει, πώς χιονίζει, πώς αστράπτει και βροντά, τι είνε ο σεισμός;». Και άπειρες άλλες τέτοιες ερωτήσεις, για τις οποίες αφού λάβουν πληροφόρηση όπως μπορούν, σπεύδουν να κάμουν επίδειξη τών γνώσεών τους μεταδίδοντάς τες, παραμορφωμένες εννοείται, και σε άλλους άσχετους με τα προηγούμενα.

Τα συνοικέσιά τους ποιητικότατα, και όλα σχεδόν είναι η κατάληξη ενός ευτυχούς ή ατυχούς έρωτα. Γνωστοί οι μεν προς τους δε από την παιδική ηλικία, όταν έπαιζαν μαζί, δεν διακόπτουν αυτές τους τις σχέσεις. Εξακολουθούν μάλιστα κάποιες φορές να συμπεριφέρονται με υπερβολική ελευθερία ανάμεσά τους. Η απόφαση δυό νέων να συμβιώσουν θα ληφθεί απ’ αυτούς τούς ίδιους στο χωράφι, κάτω από τη σκιά κανενός πλατάνου, στο βάθος κανενός λαγκαδιού, δίπλα στο φλοίσβο τού ρυακιού που κελαρύζει, κοντά στη βραχώδη ακτή τής θάλασσας. Και θα ανακοινωθεί αργότερα η απόφαση αυτή από τους δυό νέους στους γονείς τους. Οι «συμπέθεροι», αν υπάρχει κι απ’ τις δυό μεριές ευχαρίστηση, θα συναντηθούν και θα τα «συφωνήσουν».

Gamos D. Psylli.jpg

Η προικοδότηση γίνεται κι απ’ τις δυό πλευρές εξ ίσου. Όσα θα εισφέρει ο γαμπρός, άλλα τόσα θα εισφέρει και η νύφη.

«Το τάδε χωράφι στο τάδε μέρος δίνω εγώ του γιού μου». –«Κι εγώ το δείνα στο άλλο μέρος τής κόρης μου». –«Ένα βόδι, ένα πρόβατο, ένα γαϊδουράκι κ.τλ. τού γιού μου». –«Άλλα τόσα εγώ τής κόρης μου» και ούτω καθ’ εξής. Εάν η συμφωνία ολοκληρωθεί απρόσκοπτα, ο γάμος δεν καθυστερεί παρά λίγες μόνο μέρες, όσες χρειάζονται για την προετοιμασία του. Όταν όλα είναι έτοιμα, ο γάμος γίνεται πανηγυρικότατα, εν μέσω πυροβολισμών και γενικής συμμετοχής τού χωριού στην ευωχία και χαρά.

Φαγητά, ψωμιά, κρασιά άφθονα. «Δεν παντρεύγεται κανείς κάθε μέρα» λένε. Την ώρα που ντύνεται η νύφη, όλες οι κοπέλλες τού χωριού συγκεντρωμένες στο σπίτι τραγουδούν αποχαιρετιστήρια προς την τέως συντρόφισσά τους, ενώ τα παλληκάρια έξω από το σπίτι, σε κάθε γύρισμα τού σκοπού, με ομοβροντίες πυροβολισμών, χαιρετίζουν τον ευτυχισμένο γαμπρό που βρίσκεται ανάμεσά τους.

Όταν πια στολιστεί η νύφη, η γαμήλια πομπή ξεκινά για την Εκκλησιά. Προπορεύονται τα απαραίτητα βιολί και λαγούτο. Ακολουθούν οι μελλόνυμφοι, ο ένας στο πλευρό τού άλλου. Κατόπιν, κατά σειρά, ακολουθούν ανά δύο λυγερές κοπέλλες με τις γραφικές τους ενδυμασίες και τα πολυπλούμιστα και κεντημένα τσεμπεράκια τους, ροδοκόκκινες, γελαστές, γεμάτες σφρίγος και χάρη, αληθινές κοπέλλες με τα σφικτά σφικτά πολκάκια τους, κάτω απ’ τα οποία διαγράφονται οι γραμμές τών καλοσχηματισμένων σωμάτων τους. Ύστερα από τις κοπέλλες, ακολουθούν στη γραμμή πεταχτοί λεβέντες με τα γυαλιστά και καλοσιδερωμένα τσόχινα σαλβάρια τους. Τραγουδούν όλοι μαζί τον γλυκύτατο νυφικάτο, συνοδεύοντας τα όργανα που μόλις ακούγονται:

«Ανοίξετεν τες Εκκλησιές κι άψετεν τες λαμπάδες

 Που φέρνομεν τ’ αντρόγυνον με τόσες νοστιμάδες.

Έλα έλα με τα μένα

 Κι ας τη μάννα που σ’ εγέννα».

Η άφιξη τής πομπής στην Εκκλησιά χαιρετίζεται με πυροβολισμούς, οι οποίοι δεν παύουν καθ’ όλη τη διάρκεια τής τελετής. Ιδίως κατά την ώρα τού «Ησαΐα χόρευε» φτάνουν στο αποκορύφωμά τους.

Μετά το χορό τού Ησαΐα, την ώρα που ψάλλονται οι ευχές, οι γονείς, οι συγγενείς και οι φίλοι ασπάζονται το ζευγάρι. Και αφήνουν μετά το φίλημα, σε κάποιον δίσκο που έχει τοποθετηθεί εκεί κοντά, κάποιο δώρο, από ένα γρόσι μέχρι μετζήτι. Όλα τα χρήματα που θα μαζευτούν στο δίσκο, προορίζονται να ξοδευτούν εκείνο το βράδι στα παιχνίδια και στο χορό.

Ύστερα απ’ αυτά, περιφέρονται μέσα στην Εκκλησιά τρία ή τέσσερα πιάτα καρύδι με μέλι (καρυδόμελο). Και θέλεις δε θέλεις θα πάρεις μια κουταλιά για να ευχηθείς, λένε, ώστε ο βίος τών νεόνυμφων να είναι γλυκός και ευχάριστος, όσο γλυκός και ευχάριστος είναι ο συνδυασμός καρυδιού και μελιού.

 

Μετά την τελετή επιστρέφουν στο σπίτι, μερικές φορές αργά τη νύχτα, όπου αφού πιούν τη σούμα τους, θα καθίσουν στο τραπέζι, θα μοιράσει ο ιερέας σε όλους από τα λεγόμενα «στεφανοκόλικα» με λάδι και ζάχαρη, και θ’ αρχίσουν να τρώγουν. Τα τσανάκια γεμάτα πιλάφι, άσπρο πάντοτε χωρίς καρύκευμα με χοιρινό λίπος αντί βούτυρο, διαδέχονται το ένα το άλλο και αδειάζουν με καταπληκτική ταχύτητα. Και ο Αριούσιος οίνος ρέοντας άφθονος ευφραίνει καρδίες ανθρώπων.

Μετά το φαγητό, ο ιερέας θα ψάλλει κάποιαν ευχή με τη συνοδεία και άλλων, διότι όλοι σχεδόν οι χωρικοί είναι συγχρόνως και ψάλτες. Έτσι ο ιερέας δίνει το σύνθημα ν’ αρχίσουν οι χοροί και τα τραγούδια, τα οποία συνήθως διαρκούν ολόκληρη βδομάδα χωρίς καμιά διακοπή.

Την επόμενη ή μεθεπόμενη τού γάμου γυρίζουν, εν χορδαίς και οργάνω εννοείται, στα σπίτια τών προσκεκλημένων, τους οποίους φορολογούν από μια όρνιθα τον καθένα. Οι όρνιθες αυτές θα φαγωθούν από όλους στο τραπέζι τού αντίγαμου.

Παρόμοια, αλλά σε μικρότερη κλίμακα, γίνονται και κατά τις βαφτίσεις. Στις βαφτίσεις παρατήρησα τα εξής: Γύρω από το λαιμό τού Καλαφέντη (αναδόχου) περνούν μια μεγάλη μαντήλα, μέσα στην οποία τοποθετούν το νεοφώτιστο.

Έτσι κρεμούν κατά κάποιο τρόπο το βρέφος «στο λαιμό του» με όλες τις ευθύνες που συνεπάγεται για τον ανάδοχο το ιερό μυστήριο τού βαφτίσματος. Αν ο «παηρής» είναι γενναιόδωρος και πλούσιος, σχηματίζεται επί του βρέφους ολόκληρος σωρός από διάφορα τεμάχια υφάσματος τα οποία τού προσφέρει. Έτσι, κρατώντας το βρέφος στα χέρια του, το παραδίδει στη μητέρα του, σβήνοντας τη λαμπάδα, την οποία προσέχουν μετά φόβου Θεού μη σβηστεί καθ’ οδόν. Ο ανάδοχος συμβουλεύει τη μάννα, για δώδεκα χρόνια «να του το φυλάγει από νερό, φωτιά, γιαλό, πηάδι και κάθε κακό». Η μητέρα ασπάζεται το χέρι τού κουμπάρου, παίρνει από τα χέρια του το παιδί της, ενώ την ίδια στιγμή ο ιερέας, προσφέροντας στη μητέρα ένα ποτήρι γεμάτο κρασί, της δίνει το γάλα της, με το οποίο τής εύχεται «να το θρέψει να το κάμει παλληκάρι».

Ακολουθούν κατόπιν συγχαρητήρια και ευχές, ενώ εν τω μεταξύ ετοιμάζεται η τράπεζα.

Και επειδή ο λόγος για γάμους και βαφτίσεις, μου φαίνεται πως είναι καλό πιά, ολοκληρώνοντας εδώ τις εντυπώσεις μου περί Παρπαριάς, να αναφέρω και όσα ιδιάζοντα είδα και κατά τις κηδείες τών Παρπαρούσων. Εύχομαι δε οι κηδείες όλων τών Παρπαρούσων να είναι όμοιες με την κηδεία πάνω στην οποία «έπεσα», μιας ενενηντάχρονης περίπου γριάς.

Μετά το πέρας τής νεκρώσιμης ακολουθίας και τον ενταφιασμό, – κατά τον οποίο ο ιερέας πλάθοντας πηλό τον ρίχνει πάνω στο σώμα τού νεκρού μέσα στο μνήμα, διότι λένε ο Θεός έκαμε τον άνθρωπό από λάσπη, και λάσπη τού είπε πάλι να γίνει (έτσι εξηγούν το «γη εί και εις γην απελεύσει») – όσοι ακολούθησαν την κηδεία θα πιούν μια σούμα με κανένα συκαλάκι στη μακαριά τού συχωρεμένου, θα πάρουν ένα κομμάτι ψωμί από κάποιον άλλο που κρατεί ένα κοφίνι γεμάτο κομμάτια ψωμιού, και τέλος από έναν τρίτο που στέκεται στην εξώθυρα, για να μην του ξεφύγει κανείς, θα πάρουν κανένα μεταλλικάκι. Αυτά τα μεταλλίκια τούς τα δίνει από ένα δίσκο γεμάτο τέτοια νομίσματα, για να συχωρέσουν το νεκρό.

Κ. Ν. Παπάδης

[Περιοδικό «ΧΙΑΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ», τεύχος 1, έτους 1911, σελ. 77-84]

Pictures By Argyris Marules And Angie Kalamotousakis

Οι φωτογραφίες δεν είναι τόσο παλιές όσο το κείμενο του κ. Ν. Παπάδη.

Photo & Video By
Maria Katsigeorgis

bottom of page